«αν είσαι καλό παιδί θα σου πάρουμε αυτό που θες….»

«αν είσαι καλός μαθητής, θα πας εκδρομή που θες….»

«αν είσαι καλός υπάλληλος, η εταιρία θα σε ανταμείψει…»

«αν είσαι καλός σύντροφος, δεν θα έχουμε φασαρίες…»

«αν είσαι καλός γονιός, και το παιδί θα …..»

Τι κοινό έχουν αυτές οι προτάσεις; Την αναγκαία συνθήκη. Που αν δεν υπάρξει, θα «χάσεις» αρκετά θετικά προνόμια.

Είναι ωραίο να είσαι καλός με τους γύρω σου. Αλλά μπορείς να είσαι πάντα καλός;

Για να είσαι πάντα καλός , πρέπει να ευχαριστείς πάντα τους άλλους. Εάν πράγματι αρχίζεις να το υιοθετείς αυτό σαν βασικό στοιχείο της συμπεριφοράς σου τότε υπάρχει ο κίνδυνος να χάσεις την αυθεντικότητά σου, να υποβάλλεσαι χωρις καν να το αντιλαμβάνεσαι στην χειριστικότητα των άλλων, να αισθάνεσαι δυσαρεστημένος χωρίς να καταλαβαίνεις το γιατί, και γενικότερα να γίνεσαι σταδιακά, όλο και πιο ανέντιμος με τον εαυτό σου. Το μεγαλύτερο πρόβλημα σε αυτήν την συμπεριφορά είναι ότι ουσιαστικά «εκπαιδεύεις» εσυ ο ίδιος τον εαυτό σου στο να καλύπτεις πάντα αυτήν την απαίτηση συνθήκης σχέσης. Άρα υιοθετείς ασυνείδητα ότι σχέση χωρίς αυτήν την συνθήκη δεν μπορεί να υπάρξει και τότε αρχίζεις να την αυτοματοποιείς σε κάθε σου επαφή με τους ανθρώπους.

Η πλειοψηφία των ανθρώπων σήμερα στην ερώτηση ποιος είσαι θα απαντήσουν με την ιδιότητά τους. Είμαι γιατρός, είμαι δικηγόρος, είμαι δάσκαλος, είμαι υπάλληλος, είμαι άνεργος. Πολύ φυσιολογικά πλέον προσδιορίζουμε τον εαυτό μας μονολεκτικά και κυρίως βάση του επαγγέλματος που κάνουμε , πιστεύοντας ή υιοθετώντας ότι η ιδιότητα μας είναι και η ταυτότητα μας. The workism (ο εργατισμός σε μια ελεύθερη μετάφραση) είναι η κοινωνική τάση εκείνη που ενισχύει την πεποίθηση ότι η εργασία δεν είναι μόνο απαραίτητη για την οικονομική ανάπτυξη, προσωπική και διευρυμένη, αλλά και το κεντρικό κομμάτι στην προσωπική ταυτότητα του ατόμου και στον σκοπό ζωής του. Για αυτό και οποιαδήποτε πολιτική προώθηση της ανθρώπινης ευημερίας πάντα ενθαρρύνει την περισσότερη δουλειά.

Το «Groupthink» είναι ένα ψυχολογικό φαινόμενο που συμβαίνει όταν η επιθυμία για αρμονία και συμμόρφωση στους κόλπους μιας ομάδας οδηγεί τα άτομα που είναι μέσα στην ομάδα να λειτουργήσουν έτσι ώστε τελικά να πάρουν μια εσφαλμένη απόφαση. Οι δυσλειτουργικές σχέσεις της ομάδας παράγουν την ψευδαίσθηση του άτρωτου όπου στοιχίζει στην ομάδα την απώλεια της ατομικής δημιουργικότητας, την μοναδικότητα και την ανεξάρτητη σκέψη. Οι πρωταρχικές έρευνες πάνω στη θεωρία του groupthink πραγματοποιήθηκαν από τον Irving Janis, ψυχολόγο και ερευνητή στο πανεπιστήμιο του Yale.
Το φαινόμενο groupthink αποτελεί δηλαδή μια ακραία περίπτωση πόλωσης της ομάδας που οδηγεί σε εσφαλμένες ή ελλιπείς αποφάσεις.
Είναι συχνό το φαινόμενο να βγαίνουμε από κάποια σύσκεψη όπου μόλις έχει ληφθεί μια απόφαση και να απορούμε και εμείς οι ίδιοι πως συναινέσαμε σε μια τέτοια απόφαση. Ο Janis (1972) μελέτησε διάφορες πολιτικές αποφάσεις που έλαβαν Αμερικανικές κυβερνήσεις και είχαν τελικά καταστρεπτικά αποτελέσματα. Σύμφωνα με το μοντέλο του groupthink του Janis, σε μια ομάδα μπορούν να δημιουργηθούν τέτοιες πιέσεις για ομοφωνία και συναίνεση που να απειλήσουν σοβαρά την κρίση και τις γνωστικές διαδικασίες των μελών της ομάδας. Η τάση αυτή εμφανίζεται κυρίως σε ομάδες που θέλουν να διατηρήσουν την ομοιογένειά τους και αυτό το επιδιώκουν αποθαρρύνοντας ή καταπνίγοντας κάθε είδους αντίρρηση.

1. Η ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΤΗΣ ΑΠΟΣΠΑΣΗΣ ΤΗΣ ΠΡΟΣΟΧΗΣ
Το θεμελιώδες στοιχείο του κοινωνικού ελέγχου είναι η στρατηγική της απόσπασης της προσοχής που έγκειται στην εκτροπή της προσοχής του κοινού από τα σημαντικά προβλήματα και τις αποφασισμένες από τις οικονομικές και πολιτικές ελίτ αλλαγές μέσω της τεχνικής του κατακλυσμού συνεχόμενων αντιπερισπασμών και ασήμαντων πληροφοριών.
Η στρατηγική της απόσπασης της προσοχής είναι επίσης απαραίτητη για να μην επιτρέψει στο κοινό να ενδιαφερθεί για απαραίτητες γνώσεις στους τομείς της επιστήμης, της οικονομίας, της ψυχολογίας, της νευροβιολογίας και της κυβερνητικής. «Διατηρήστε την προσοχή του κοινού αποσπασμένη, μακριά από τα αληθινά κοινωνικά προβλήματα, αιχμάλωτη θεμάτων που δεν έχουν καμία σημασία. Διατηρήστε το κοινό απασχολημένο, τόσο πολύ ώστε να μην έχει καθόλου χρόνο για να σκεφτεί – πίσω στο αγρόκτημα, όπως τα υπόλοιπα ζώα» (απόσπασμα από το κείμενο: Αθόρυβα όπλα για ήρεμους πολέμους).

Φαίνεται σε μεγάλο βαθμό παράλογο, ενώ είναι καθαρά δική σου επιλογή ο θεραπευτής σου, καθώς και το αν θα συνεχίσεις ή θα διακόψεις τις Συνεδρίες σου, να λες ψέματα στην διάρκεια της θεραπείας σου. Ειδικά όταν για αυτές πληρώνεις , και συνήθως πληρώνεις ένα σεβαστό ποσό.

Άρα γιατί ένας άνθρωπος μπαίνει στην διαδικασία να μην είναι ειλικρινής με τον θεραπευτή του;

Πράγματι, σύμφωνα με μια μελέτη που δημοσιεύθηκε το 2016 στο Counseling Psychology Quarterly, από 547 πελάτες ψυχοθεραπείας ενηλίκων, το 93% ανέφερε ψέματα στο θεραπευτή τους σε κάποιο σημείο. (APSA journal).

Πέρα από τις παθολογικές περιπτώσεις ψεύδους, οι οποίες κατά μεγάλο ποσοστό αφορούν διαταραχές προσωπικότητας και σκοπό στην άσκηση ελέγχου ακόμη και στον θεραπευτή (Άνθρωποι του Ψεύδους,ScottPeck, εκδόσεις Κέδρος 1999), στην πλειονότητα των περιπτώσεων συμβαίνει για πολύ πιο απλούς κι ανθρώπινους λόγους κι όχι καθολικά.

Υπάρχουν άνθρωποι που είναι μοναχικοί και υπάρχουν και άνθρωποι που είναι μόνοι. Η πρώτη περίπτωση ορίζεται από μια γενικότερη στάση ζωής που περιέχει την απομάκρυνση από το κοινωνικό σύνολο από επιλογή, και η δεύτερη περίπτωση περιλαμβάνει συγκυριακές καταστάσεις απομόνωσης που δεν είναι πάντα από επιλογή.

Πολύ συχνά, οι άνθρωποι χαρακτηρίζονται συνολικά με βάση τον βαθμό κοινωνικότητας τους: τα άτομα που κάνουν εύκολα παρέες ή έχουν έναν ευρύ κύκλο γνωστών και φίλων , αυτόματα χαρακτηρίζονται θετικά. Από την άλλη πλευρά , ένα άτομο που είναι μοναχικό , αυτόματα εδραιώνεται στο μυαλό των περισσοτέρων ως άτομο «παράξενο» ή και «προβληματικό». Είναι όμως πάντα έτσι;

Σελίδα 1 από 9