Στην δουλειά μου συναντώ καθημερινά δυο κυρίαρχα συναισθήματα, την απελπισία και τον πόνο. Η απελπισία έρχεται στους ανθρώπους όταν νοιώθουν ότι τίποτα στην ζωή τους δεν πάει καλά, και ουσιαστικά έχουν την αίσθηση ότι δεν υπάρχει κάτι θετικό, μια άκρη από την οποία να μπορέσουν να πιαστούν για να πάρουν την δύναμη να συνεχίσουν. Ο πόνος από την άλλη πλευρά, είναι κάτι που όλοι μας έχουμε νοιώσει σε δυσάρεστες καταστάσεις μικρές ή μεγάλες. Άλλοτε βαθύς πόνος κι άλλοτε μια παροδική στιγμιαία ματαίωση για κάτι θετικό που τελικά δεν συνέβη. Κι επειδή η ζωή για όλους ή σχεδόν για όλους είναι αρκετά δύσκολη σήμερα, προκύπτει αυτόματα το ερώτημα, όταν η ζωή μου δεν είναι καλή, με ποιόν τρόπο εγώ μπορώ να νοιώθω καλά;

Η κατάθλιψη, το στρες, οι Κρίσεις Πανικού, και τα σωματικά συμπτώματα τους, είναι συνήθως τα μεγάλα και κυριότερα θέματα στο σύνολο σχεδόν των ανθρώπων που ξεκινούν ψυχοθεραπεία, χωρίς φυσικά να λείπουν και βαρύτερες καταστάσεις όπως Διαταραχές Προσωπικότητας, Ιδεοψυχαναγκασμοί κ. α

Πίσω από κάθε μια από αυτές τις ασθένειες υπάρχει συνήθως ένα βαθύ συναίσθημα που τις συνοδεύει , όπως η απελπισία, η χαμηλή αυτοεκτίμηση, η αίσθηση της ταπείνωσης, η διάθεση για παραίτηση. Η αρχή αυτών των συναισθημάτων όμως δεν είναι η ασθένεια, η ασθένεια είναι συνήθως το αποτέλεσμα όταν συμβαίνει με αυτόν τον τρόπο. Η αρχή τους βρίσκεται στην άσχημη συμπεριφορά που λαμβάνει το άτομο πριν την εκδήλωση της ασθένειας και για μεγάλο συνήθως χρονικό διάστημα είτε από το περιβάλλον της οικογένειας, είτε της εργασίας, είτε το κοινωνικό γενικά , είτε ακόμα και συνδυαστικά από όλους αυτούς ή κάποιους από αυτούς.

Το 2014 το ιταλικό περιοδικό «L’ Espresso» ζήτησε από δεκατέσσερις προσωπικότητες του πνεύματος να γράψουν μια επιστολή για την χρονιά που έφευγε και την χρονιά που έρχεται.

Με αφορμή τις γιορτές που πλησιάζουν καλό είναι να την ξαναδιαβάσουμε όλοι:

Αγαπητό μου εγγονάκι,

Δεν θα ήθελα αυτή η χριστουγεννιάτικη επιστολή να θεωρηθεί υπερβολικά  συναισθηματική ή ότι έχει σκοπό να σε νουθετήσει σχετικά με την αγάπη για τους συνανθρώπους μας, για την πατρίδα, για τον κόσμο, και όλα τα συναφή. Δεν θα έδινες καμιά σημασία και όταν θα έφτανε η στιγμή να θέσεις σε εφαρμογή όλα αυτά, (εσύ έφηβος, και εγώ στο επέκεινα), το σύστημα αξιών θα είχε αλλάξει τόσο πολύ, που πιθανότατα οι συμβουλές μου θα προέκυπταν ξεπερασμένες.

Πολλοί άνθρωποι έχουν πάει σε ψυχολόγο, λίγοι έχουν πάει σε ψυχολόγους. Και με αυτό, δεν εννοώ ότι θα πρέπει να αλλάζει πολλούς ψυχολόγους κάθε άνθρωπος που μπαίνει σε ψυχοθεραπεία, αλλά θα πρέπει κατά την γνώμη μου ο κάθε νεοεισερχόμενος να έχει επισκεφθεί τουλάχιστον δύο στην αρχή για να επιλέξει. Εγώ προσωπικά αυτό συστήνω σε κάθε άνθρωπο που έρχεται  για πρώτη του φορά σε ψυχολόγο σε μένα, να επισκεφθεί ακόμα έναν, για μια συνεδρία έστω, ώστε να έχει μέτρο σύγκρισης. Την επόμενη φορά λοιπόν που κάποιος θα σας συστήσει έναν πολύ καλό ή έναν πολύ κακό ψυχολόγο, ρωτήστε τον… «καλός ή κακός…σε σύγκριση με ποιόν;»

Το να είσαι θεραπευόμενος δεν είναι εύκολο. Εκτίθεσαι, πονάς, αναθεωρείς κομμάτια ολόκληρα της ζωής σου , πολλές φορές και της προσωπικότητάς σου. Είναι λογικό λοιπόν να ζητάς να νοιώσεις ασφάλεια και εμπιστοσύνη με τον θεραπευτή σου.

Κάθε θεραπευτική σχέση είναι διαφορετική. Ορισμένοι ασθενείς αναζητούν μια πιο άμεση και ευθεία αντιμετώπιση ακόμα κι αν φαίνεται σκληρή. Άλλοι πάλι ζητούν περισσότερο ή και αποκλειστικά την υποστήριξη , ακόμα κι αν αυτό τους καθυστερήσει ή και τους στερήσει την αυτοπραγμάτωσή τους στον μέγιστο βαθμό. Όλα λοιπόν εξαρτώνται από τον θεραπευόμενο. Που όμως δυστυχώς δεν γνωρίζει και άρα τα κριτήρια του είναι κάπως συγκεχυμένα. Για αυτό θα αναφέρω 7 σημάδια που είναι αρκετά ενδεικτικά για το ότι ο θεραπευτής σας είναι μάλλον ακατάλληλος:

Είναι δύσκολο να δούμε την ανώριμη πλευρά της σχέσης μας και να την αναγνωρίσουμε , γιατί πολύ απλά είναι κάτι που χαρακτηρίζει αυτόματα αρνητικά και εμάς. Προτιμούμε να πιστεύουμε κλισέ του τύπου «όλες οι σχέσεις έχουν τα προβληματάκια τους», «σχέση χωρίς πρόβλημα δεν υπάρχει» , παρά να δούμε κατάματα το πρόβλημα κι εν τέλει να το αντιμετωπίσουμε.

Κι εν μέρει ισχύει το ότι δυο ανώριμοι άνθρωποι θα δημιουργήσουν μια ανώριμη σχέση. Δυο άνθρωποι που είναι κατασταλαγμένοι και σίγουροι ατομικά ο καθένας τους, αναμφίβολα θα έχουν μια ώριμη σχέση που δεν θα θέτει ερωτήσεις, αλλά θα δίνει απαντήσεις...

Πολλές φορές νοιώθουμε να απογοητευόμαστε από άτομα ή καταστάσεις κυρίως γιατί υπερεκτιμήσαμε αυτά. Η υπερεκτίμηση ξεκινάει από την εξιδανίκευση, η οποία έχει της ρίζες της στην ανωριμότητα της παιδικής ηλικίας. Ως παιδιά εξιδανικεύουμε σχεδόν τα πάντα, κυρίως γιατί περιβαλλόμαστε από την γονική αγάπη που συνυπάρχει με τη ευθύνη όσων ζούμε. Αυτό βέβαια φυσιολογικά μας οδηγεί στα μετέπειτα στάδια της ωρίμανσης, στα οποία φιλτράρουμε αντικειμενικότερα τις προσλαμβανόμενες πληροφορίες, μειώνοντας έτσι τις προσδοκώμενες θετικές εκβάσεις βάσει της ρεαλιστικότητας των συμβάντων.