Οι άνθρωποι συχνά κρύβουμε τις επίπονες συναισθηματικές μας εκφράσεις από τους άλλους , αντί να τις αποκαλύπτουμε και να τις συζητάμε που πιθανόν θα βοηθούσε περισσότερο.

Αυτό συμβαίνει κυρίως γιατί αφηγούμενοι τον πόνο για οποιοδήποτε γεγονός μας έχει πληγώσει, τον ξαναζούμε, κι αυτό είναι ένας πρόσθετος πόνος που σε κανέναν δεν αρέσει να βιώνει. Επιπλέον αποκαλύπτοντας τον πόνο μας , νοιώθουμε ότι φανερώνουμε στους άλλους ένα κομμάτι του εαυτού μας που δεν αξίζει να μοιραστούμε ή δεν είναι επιθυμητό να μοιραστεί. Αυτό το κομμάτι συνήθως συνοδεύεται από ντροπή, αμηχανία, φόβο, καθώς κι αναγκαστικά ψέματα. Έτσι οι περισσότεροι αντί να αποδομούμε τον πόνο μας ώστε να τον ξεπερνάμε , απλώς συμπεραίνουμε ότι είναι προτιμότερο να τον αφήσουμε στην άκρη.

Είναι λογικό κι ανθρώπινο ότι μας πονάει να το αποφεύγουμε. Ιδιαίτερα όταν αυτό που μας πονάει έρχεται από εμάς τους ίδιους, όπως για παράδειγμα ένα άσχημο συναίσθημα όπως ο φόβος. Σε κάθε τέτοια περίπτωση «θάβουμε» το άσχημο συναίσθημα και συνεχίζουμε να λειτουργούμε σαν να μην υπήρξε ποτέ. Στην αρχή αυτό το καταφέρνουμε δυσκολότερα, με τον καιρό όμως μας γίνεται ολοένα κι ευκολότερο. Ότι θάβουμε όμως, δεν σταματά να υπάρχει. Κι επιπλέον μαθαίνοντας τον εαυτό μας να θάβει το αρνητικό συναίσθημα, εκπαιδεύεται τελικά να θάβει οποιοδήποτε συναίσθημα μας. Κι αυτό δεν είναι καθόλου καλό ούτε για εμάς, ούτε για τους γύρω μας.

Πέρα από την οργανική κούραση , η οποία με τον σημερινό τρόπο ζωής είναι περίπου αυτονόητη για τον καθένα, υπάρχει και μια άλλη μορφή κούρασης , πιο εξουθενωτική και δυσκολότερα αντιμετωπίσιμη. Είναι η συναισθηματική κούραση της οποίας οι επιδράσεις λειτουργούν συσσωρευτικά και με μεγαλύτερη σε εύρος χρονική διάρκεια. Είναι ακόμη δυσκολότερη από την σωματική κούραση γιατί η αντιμετώπισή της απαιτεί ισχυρότερα μέσα και για περισσότερο χρόνο.

Σε κάθε περίπτωση που νοιώθουμε άγχος και στρες , κάνουμε πράγματα που θα μας ανακουφίσουν από αυτό. Μπορεί να είναι μια συζήτηση για ένα πρόβλημα που δεν είναι δικό μας, ή η κατανάλωση αλκοόλ ή πρόσκαιρη υπερφαγία και άλλα πολλά. Όλα αυτά είναι περιπτώσεις βιωματικής αποφυγής , η οποία στους περισσότερους συμβαίνει σχεδόν αυτόματα και άκριτα. Ως βιωματική αποφυγή ορίζουμε την συμπεριφορική απροθυμία να βιώσουμε δυσάρεστα εσωτερικά συναισθήματα και την ενεργητική προσπάθεια για την αλλαγή, την μείωση ή την εξάλειψή τους (Forsyth and Eifert 1996). Προφανώς κι αυτός ο μηχανισμός όπως περιγράφεται λειτουργεί, αλλιώς δεν θα το κάναμε. Λειτουργεί όμως πάντα; Και ποιες οι επιπτώσεις του εάν υπάρχουν;

Τα χαρακτηριστικά στοιχεία της συγκεκριμένης Διαταραχής περιλαμβάνουν μεγαλομανία, αδιαφορία για τα συναισθήματα των άλλων, και μια ασταμάτητη ανάγκη για θαυμασμό κι επιδοκιμασία σε ότι κι αν κάνουν. Τα άτομα με την συγκεκριμένη Διαταραχή εμφανίζονται να είναι αλαζονικά, χειριστικά στις σχέσεις τους, απαιτητικά στους γύρω τους και φυσικά εγωκεντρικά σε κάθε τους έκφραση. Η μεγαλομανία τους αφορά και τις φαντασιώσεις τους, αλλά και οτιδήποτε τους αφορά σε σημείο να πιστεύουν ακόμη ότι και η θεραπεία τους πρέπει να είναι ξεχωριστή και μοναδική.

Όλοι μας διακατεχόμαστε από μια ανασφάλεια όταν πρόκειται να πάρουμε μια σημαντική απόφαση. Πάντα το ενδεχόμενο να υπάρχει μια καλύτερη επιλογή, μια καλύτερη λύση που δεν σκεφτήκαμε, μας αγχώνει. Πολλές φορές αυτό συμβαίνει και με όχι και τόσο σημαντικές αποφάσεις. Ξανασκεφτόμαστε τις επιλογές μας πολλές φορές κι από διαφορετικές οπτικές, με την επιθυμία να πάρουμε μια απόφαση που θα είναι όχι απαραίτητα η καλύτερη , αλλά η πιο ασφαλής, αυτή που δεν θα μας χαρακτηρίσει ως λάθος εμάς τους ίδιους.

Σελίδα 1 από 11